Διονυσίου τυραννοῦντος

 

 

Όταν ο Διονύσιος ασκούσε την εξουσία / ήταν τύραννος,

 

 

Φιντίας τις Πυθαγόρειος ἐπιβεβουλευκώς τῷ τυράννῳ,

 

 

κάποιος Φιντίας, οπαδός του Πυθαγόρα, που είχε συνωμοτήσει εναντίον του άρχοντα

 

μέλλων δὲ τυγχάνειν τῆς τιμωρίας,

 

και επρόκειτο να τιμωρηθεί,

 

ᾐτήσατο παρὰ τοῦ Διονυσίου χρόνον

 

ζήτησε από τον Διονύσιο άδεια (χρόνο)

 

εἰς τὸ διοικῆσαι πρότερον ἃ βούλεται∙

 

 

 

για να τακτοποιήσει προηγουμένως, όσα ήθελε

(δηλ. τις υποθέσεις του).

 

 

 

ἔφησεν δέ δώσειν ἐγγυητὴν ἕνα τῶν φίλων.

 

 

Και είπε ότι θα δώσει ως εγγυητή ένα από τους φίλους του.

 

 

 

Τοῦ δὲ δυνάστου θαυμάσαντος,

 

 

 

Και όταν ο άρχοντας απόρησε,

 

εἰ ἔστι τοιοῦτος φίλος

 

αν υπάρχει τέτοιος φίλος,

 

ὃς παραδώσει ἑαυτὸν εἰς τὴν εἱρκτὴν ἀντ’ ἐκείνου,

 

ο οποίος θα παραδώσει τον εαυτό του στη φυλακή / που θα δεχτεί να φυλακιστεί αντί για εκείνον,

 

ὁ Φιντίας προεκάλεσατο τινὰ τῶν γνωρίμων,

 

 

 

ο Φιντίας προσκάλεσε κάποιον από τους γνωστούς του

 

 

ὄνομα Δάμωνα, Πυθαγόρειον φιλόσοφον,

 

με το όνομα Δάμωνα, Πυθαγόρειο φιλόσοφο,

 

ὃς εὐθὺς ἐγενήθη ἔγγυος.

 

 

ο οποίος αμέσως έγινε εγγυητής / μπήκε εγγυητής.

 

 

 

Τινὲς μὲν οὖν ἐπῄνουν τὴν ὑπερβολὴν

 

 

Κάποιοι, λοιπόν, επαινούσαν την υπερβολή

 

τῆς εὐνοίας πρὸς τοὺς φίλους,

 

της αγάπης προς τους φίλους,

 

τινὲς δὲ κατεγίνωσκον τοῦ ἐγγύου προπέτειαν καὶ μανίαν.

 

κάποιοι, όμως, καταλόγιζαν στον εγγυητή επιπολαιότητα και παραφροσύνη.

 

 

 

Πρὸς δὲ τὴν τεταγμένην ὥραν

 

 

 

Και κατά την καθορισμένη ώρα,

 

ἅπας ὁ δῆμος συνέδραμεν, καραδοκῶν εἰ Φιντίας φυλάξει τὴν πίστιν.

 

όλος ο λαός συγκεντρώθηκε περιμένοντας με αγωνία αν ο Φιντίας τηρήσει (φυλάξει) την υπόσχεσή του.

 

 

 

Ἤδη δὲ τῆς ὥρας συγκλειούσης

 

 

 

Και ήδη όταν η ώρα πλησίαζε,

 

Φιντίας ἀνελπίστως ἦλθε δρομαῖος ἐπὶ τῆς ἐσχάτης ροπῆς τοῦ χρόνου.

 

 

ο Φιντίας χωρίς να το ελπίζουν πλέον, ήλθε τρέχοντας στο έσχατο γύρισμα του χρόνου / δηλ. την

τελευταία στιγμή.

 

 

 

Ὁ οὖν Διονύσιος θαυμάσας ἀπέλυσεν τὸν ἐγκαλούμενον τῆς τιμωρίας

 

 

 

Ο Διονύσιος, λοιπόν, επειδή θαύμασε, απάλλαξε τον κατηγορούμενο από την τιμωρία

 

καὶ παρεκάλεσε τοὺς ἄνδρας προσλαβέσθαι ἑαυτὸν τρίτον εἰς τὴν φιλίαν.

 

και παρακάλεσε τους άνδρες να τον δεχτούν

τρίτο στη φιλία τους (δηλ. να τον δεχτούν ως φίλο τους).