ν Φαιστῷ τῆς Κρήτης Γαλάτεια Εὐρυτίου τοῦ Σπάρτωνος

 

 

Στη Φαιστό της Κρήτης η Γαλάτεια, η κόρη του Ευρυτίου, του γιου του Σπάρτωνα,

 

συνεζύγη Λάμπρῳ τῷ Πανδίονος, ἀνδρὶ εὖ ἔχοντι μὲν τὰ εἰς γένος, ἐνδεεῖ δὲ βίου.

 

παντρεύτηκε τον Λάμπρο, τον γιο του Πανδίονα,

άνδρα ευγενικής καταγωγής (καλοστεκούμενο από γενιά), αλλά φτωχό.

 

 

Οὗτος, ἐπειδὴ ἡ Γαλάτεια ἦν ἐγκύμων,

ηὔξατο μὲν γενέσθαι αὑτῷ ἄρρενα παῖδα,

 

 

 

Αυτός, όταν η Γαλάτεια εγκυμονούσε,

ευχήθηκε να του γεννηθεί αρσενικό παιδί (δηλ. να αποκτήσει αρσενικό παιδί),

 

προηγόρευσε δὲ τῇ γυναικί, ἐὰν γεννήσῃ κόρην, ἀφανίσαι.

 

και έλεγε εκ των προτέρων στη γυναίκα του αν γεννήσει κορίτσι, ότι θα το αφανίσει (σκοτώσει).

 

Τῇ δὲ Γαλατείᾳ ἐγένετο θυγάτηρ.

 

 

Όμως στη Γαλάτεια γεννήθηκε κόρη (η Γαλάτεια γέννησε κόρη).

 

 

 

Καὶ κατοικτείρασα τὸ βρέφος καὶ λογισαμένη τὴν ἐρημίαν τοῦ οἴκου ἐψεύσατο τὸν Λάμπρον

 

 

 

Και εκείνη, επειδή λυπήθηκε το βρέφος και επειδή συλλογίστηκε την ερήμωση του σπιτιού,

είπε ψέματα στον Λάμπρο

 

λέγουσα τεκεῖν ἄρρεν καὶ ἐξέτρεφεν ὡς παῖδα κοῦρον ὀνομάσασα Λεύκιππον.

 

λέγοντας ότι γέννησε αγόρι και (το) ανέτρεφε σαν γιο,

αφού το ονόμασε Λεύκιππο.

 

 

 

Ἐπεί δὲ ἡ κόρη ηὔξετο καὶ ἐγένετο ἄφατόν τι κάλλος,

 

 

 

Όταν όμως η κόρη μεγάλωνε και έγινε ανείπωτης ομορφιάς (όμορφη /ανώτερη από κάθε περιγραφή),

 

ἡ Γαλάτεια δείσασα τὸν Λάμπρον,

κατέφυγεν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Λητοῦς καὶ ἰκέτευεν πλεῖστα τὴν θεὸν,

η Γαλάτεια, επειδή φοβήθηκε τον Λάμπρο, κατέφυγε στο ιερό της Λητώς και ικέτευε θερμά (πάρα πολύ) τη θεά,

 

 

εἴ πως κόρος ἡ παῖς ἀντὶ θυγατρὸς δύναιτο γενέσθαι αὐτῇ.

 

 

μήπως με κάποιο τρόπο το κορίτσι μπορούσε να γίνει γι’ αυτήν αγόρι αντί για θυγατέρα.

 

 

 

Ἡ δὲ Λητὼ ᾤκτειρε τὴν Γαλάτειαν συνεχῶς ὀδυρομένην καὶ ἱκετεύουσαν καὶ μετέβαλε τὴν φύσιν τῆς παιδὸς εἰς κόρον.

 

 

 

Και η Λητώ λυπήθηκε την Γαλάτεια επειδή συνεχώς οδυρόταν και την ικέτευε, και άλλαξε τη φύση του κοριτσιού σε αγόρι.

 

 

 

 

Φαίστιοι ἔτι μέμνηνται ταύτης τῆς μεταβολῆς καὶ καλοῦσιν τὴν ἑορτὴν Ἐκδύσια, ἐπεί τὸν πέπλον ἡ παῖς ἐξέδυ.

 

 

 

Οι κάτοικοι της Φαιστού ακόμη θυμούνται αυτή τη μεταβολή, και ονομάζουν την γιορτή Εκδύσια, επειδή η κόρη έβγαλε το πέπλο (δηλ. απέβαλε τη γυναικεία φύση).