Τις ξυλευόμενός παρὰ τινα ποταμὸν ἀπέβαλε τὸν πέλεκυν.

 

 

 

Κάποιος άνθρωπος, καθώς έκοβε ξύλα στην όχθη ενός ποταμού (κοντά σε κάποιο ποταμό), έχασε το τσεκούρι (του έπεσε στο ποτάμι).

 

 

 

Τοῦ δὲ ρεύματος παρασύραντος αὐτὸν ὠδύρετο, μέχρις οὗ ὁ Ἑρμῆς ἦκε ἐλεήσας αὐτὸν.

 

 

 

Και επειδή το ρεύμα το παρέσυρε, έκλαιγε, μέχρις ότου ο Ερμής ήρθε (κοντά του), επειδή τον λυπήθηκε.

 

 

 

Καὶ μαθών παρ’ αὐτοῦ τὴν αἰτίαν, δι’ ἥν ἔκλαιε, τὸ μὲν πρῶτον καταβάς ἀνήνεγκε αὐτῷ χρυσοῦν πέλεκυν

 

 

Και όταν έμαθε από αυτόν την αιτία, εξαιτίας της οποίας  έκλαιγε, την πρώτη φορά, αφού βούτηξε στο ποτάμι, (κατέβηκε) του έφερε επάνω ένα χρυσό τσεκούρι

 

 

καὶ ἐπυνθάνετο, εἰ οὗτος εἴη αὐτοῦ.

 

 

και ρωτούσε να μάθει, αν αυτό ήταν δικό του.

 

Τοῦ δὲ εἰπόντος μὴ εἶναι τοῦτον, ἀνήνεγκε ἀργυροῦν

 

Κι όταν αυτός είπε ότι δεν ήταν αυτό (το τσεκούρι του), του ανέβασε ασημένιο (τσεκούρι)

 

καὶ ἠρώτα, εἰ τοῦτον ἀπέβαλεν.

 

και ρωτούσε αν αυτό έχασε.

 

 

Ἀρνησαμένου δὲ καὶ τοῦτον τὸ τρίτον ἐκόμισε αὐτῷ τὴν ἰδὶαν ἀξίνην.

 

 

Και όταν (ο άνθρωπος) αρνήθηκε και αυτό, την τρίτη φορά του έφερε το δικό του τσεκούρι.

 

 

Τοῦ δὲ ἐπιγνόντος ἀποδεξάμενος τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ ἐχαρίσατο αὐτῷ πάσας.

 

 

Και όταν αυτός το αναγνώρισε, επειδή επιδοκίμασε τη δικαιοσύνη του, του χάρισε όλα τα τσεκούρια.

 

 

 

 

Καὶ ὃς παραγενόμενος πρὸς τοὺς ἑταίρους

διηγήσατο αὐτοῖς τὰ γεγενημένα.

 

 

 

 

Και αυτός όταν ήρθε στους συντρόφους (του) διηγήθηκε σε αυτούς όσα είχαν γίνει.

 

 

Τῶν δὲ τις ἀναλαβών πέλεκυν παρεγένετο ἐπὶ τὸν αὐτὸν ποταμὸν

 

 

Και από αυτούς κάποιος, αφού πήρε μαζί του ένα  τσεκούρι ήρθε στον ίδιο ποταμό

 

καὶ ξυλευόμενος τὴν ἀξίνην εἰς τὰ δίνας ἀφῆκε ἐπίτηδες, καθεζόμενός τε ἔκλαιε.

 

 

και καθώς έκοβε ξύλα άφησε την αξίνα στις δίνες, στο ρεύμα του ποταμού, επίτηδες και, αφού κάθισε, έκλαιγε.

 

 

 

 

Ἑρμοῦ δὲ ἐπιφανέντος καὶ πυνθανομένου,

τί εἴη τὸ συμβεβηκὸς, ἔλεγε τὴν ἀπώλειαν τοῦ πελέκεως.

 

 

 

Και όταν ο Ερμής παρουσιάστηκε (σ’  αυτόν) και ρωτούσε να μάθει τι ήταν αυτό που είχε συμβεί, ανέφερε την απώλεια του τσεκουριού.

 

 

 

Τοῦ δὲ ἀνενεγκόντος αὐτῷ χρυσοῦν καὶ διερωτῶντος, εἰ τοῦτον ἀπολώλεκεν,

 

 

Και όταν αυτός (ο Ερμής) του είχε φέρει επάνω ένα  χρυσό τσεκούρι και τον ρωτούσε, αν αυτό έχει χάσει,

 

ἐξαφθείς ὑπὸ τοῦ κέρδους ἔφασκεν αὐτὸν εἶναι.

 

 

επειδή ένοιωσε έξαψη από την επιθυμία του κέρδους,

έλεγε ότι αυτό είναι.

 

 

 

Καὶ ὁ θεὸς οὐκ ἐχαρίσατο αὐτῷ, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν ἴδιον πέλεκυν ἀποκατέστησεν.

 

 

 

Και ο θεός δεν του το χάρισε, αλλά ούτε το δικό του το τσεκούρι δεν (του το) έφερε στη θέση του πίσω.