|
Πλέομεν ὅσον τριακοσίους σταδίους
|
Πλέουμε μέχρι περίπου τριακόσια στάδια
|
|
καὶ προσφερόμεθα νήσῳ μικρᾷ καὶ ἐρήμῃ.
|
και προσορμιζόμαστε σε ένα νησί μικρό και έρημο.
|
|
Μείναντες δὲ ἐν τῇ νήσῳ πέντε ἡμέρας, τῇ ἕκτῃ ἐξορμῶμεν
|
Και αφού μείναμε στο νησί πέντε μέρες, την έκτη (μέρα) ξεκινάμε
|
|
καὶ τῇ ὀγδόῃ καθορῶμεν πολλοὺς ἀνθρώπους διαθέοντας ἐπὶ τοῦ πελάγους,
|
και την όγδοη (μέρα) διακρίνουμε πολλούς ανθρώπους να τρέχουν εδώ κι εκεί πάνω στο πέλαγος,
|
|
προσεοικότας ἡμῖν ἅπαντα καὶ τὰ σώματα καὶ τὰ μεγέθη, πλὴν μόνων τῶν ποδῶν∙
|
που έμοιαζαν με εμάς σε όλα, δηλαδή και στα σώματα και στο μέγεθος, εκτός μόνον από τα πόδια.
|
|
ταῦτα γὰρ ἔχουσι φέλλινα∙
|
Γιατί αυτά τα έχουν κατασκευασμένα από φελλό.
|
|
ἀφ’ οὗ δή, οἶμαι, καὶ καλοῦνται Φελλόποδες.
|
Γι’ αυτό το λόγο μάλιστα, νομίζω, και ονομάζονται Φελλόποδες.
|
|
Θαυμάζομεν οὖν ὁρῶντες οὐ βαπτιζομένους,
|
Θαυμάζουμε, λοιπόν, βλέποντάς τους να μην βουλιάζουν,
|
|
ἀλλὰ ὑπερέχοντας τῶν κυμάτων
|
αλλά να μένουν πάνω στα κύματα
|
|
καὶ ὁδοιποροῦντας ἀδεῶς.
|
και να βαδίζουν χωρίς φόβο.
|
|
Οἱ δὲ καὶ προσέρχονται
|
Κι αυτοί και μας πλησιάζουν
|
|
καὶ ἀσπάζονται ἡμᾶς ἑλληνικῇ φωνῇ
|
και μας χαιρετούν στην Ελληνική γλώσσα
|
|
λέγουσί τε ἐπείγεσθαι εἰς Φελλώ τὴν αὑτῶν πατρίδα.
|
και λένε ότι βιάζονται (να φτάσουν) στη Φελλώ, τη δική τους πατρίδα.
|
|
Μέχρι μὲν οὖν τινος συνοδοιποροῦσι ἡμῖν παραθέοντες,
|
Μέχρις ενός, λοιπόν, σημείου, μας συνοδεύουν τρέχοντας δίπλα (στο καράβι μας),
|
|
εἶτα ἀποτρεπόμενοι τῆς ὁδοῦ βαδίζουσιν ἐπευχόμενοι ἡμῖν εὔπλοιαν.
|
έπειτα, αφού αλλάζουν δρόμο, προχωρούν ευχόμενοι σε μας καλή πλεύση / «καλό ταξίδι !».
|