|
Τινές τῶν προεστηκότων Ἀθήνησι ἔλεγον
|
Κάποιοι από τους προεστούς (ηγέτες) στην Αθήνα έλεγαν
|
|
ὡς γιγνώσκουσι μὲν τὸ δίκαιον,
|
πως (δήθεν) γνωρίζουν μεν το δίκαιο,
|
|
ἀναγκάζονται δὲ εἶναι ἀδικώτεροι περὶ τάς πόλεις διὰ τὴν πενίαν τοῦ πλήθους.
|
όμως αναγκάζονται να είναι κάπως άδικοι προς τις πόλεις λόγω της φτώχειας του λαού (πλήθους).
|
|
Ἐκ τούτου ἐπεχείρησα σκοπεῖν
|
Εξαιτίας αυτού επιχείρησα να διερευνήσω (εξετάσω)
|
|
εἴ πῃ οἱ πολῖται δύναιντ’ ἂν διατρέφεσθαι ἐκ τῆς ἑαυτῶν.
|
αν με κάποιο τρόπο οι πολίτες θα μπορούσαν να διατρέφονται (να συντηρηθούν) από τη δική τους (χώρα).
|
|
Τοῦτο μὲν οὖν εὐθὺς μοι ἀνεφαίνετο,
|
Λοιπόν, αυτό αμέσως μου φαινόταν στο μυαλό / άρχισα να σχηματίζω τη γνώμη,
|
|
ὅτι ἡ χώρα πέφυκεν οἵα παρέχεσθαι πλείστας προσόδους.
|
ότι η χώρα είναι από τη φύση της ικανή (τέτοια που) να παρέχει πάρα πολλά (πλείστα) έσοδα.
|
|
Ἐνθάδε μὲν γὰρ αἱ ὧραί εἰσιν πραόταται∙
|
Γιατί εδώ οι εποχές είναι πάρα πολύ ήπιες.
|
|
ἃ δὲ οὐδὲ βλαστάνει πολλαχοῦ, ἐνθάδε καρποφορεῖ.
|
Και όσα (φυτά) ούτε (καν) φυτρώνουν σε πολλά μέρη, εδώ δίνουν (και) καρπούς.
|
|
Ὥσπερ δὲ ἡ γῆ, οὕτω καὶ ἡ θάλαττα περὶ τὴν χώραν ἐστίν παμφορωτάτη.
|
Και όπως ακριβώς η γη, έτσι και η θάλασσα γύρω από τη χώρα είναι πάρα πολύ εύφορη.
|
|
Καὶ μὴν ὅσαπερ ἀγαθὰ παρέχουσι οἱ θεοὶ ἐν ταῖς ὥραις,
|
Και αληθινά / ασφαλώς όσα βέβαια αγαθά παρέχουν οι θεοί στις εποχές (τους), |
|
καὶ πάντα ταῦτα ἄρχεται μὲν πρῳαίτατα ἐνταῦθα,
|
και όλα αυτά αρχίζουν πάρα πολύ νωρίς εδώ / είναι πρώιμα |
|
λήγει δὲ ὀψιαίτατα.
|
και τελειώνουν πάρα πολύ αργά / είναι και όψιμα.
|
|
Πρὸς τούτοις ἡ χώρα ἔχει καὶ ἀίδια ἀγαθὰ.
|
Επιπλέον, η χώρα έχει και παντοτινά αγαθά.
|
|
Ἄφθονος μὲν γὰρ λίθος πέφυκε ἐν αὐτῇ,
|
Γιατί άφθονη πέτρα (μάρμαρο) υπάρχει εκ φύσεως σ΄ αυτή,
|
|
ἐξ οὗ γίγνονται κάλλιστοι μὲν ναοί, κάλλιστοι δὲ βωμοὶ, εὐπρεπέστατα δὲ ἀγάλματα θεοῖς.
|
από την οποία γίνονται πάρα πολύ όμορφοι ναοί και πάρα πολύ όμορφοι βωμοί και πάρα πολύ κομψά αγάλματα για τους θεούς.
|
|
Ἔστι δὲ καὶ γῆ
|
Και υπάρχει και γη / υπάρχουν και μερικές περιοχές,
|
|
ἥ οὐ φέρει μὲν καρπόν σπειρομένη,
|
η οποία δεν φέρνει καρπό όταν σπέρνεται /όταν καλλιεργείται,
|
|
ὀρυττομένη δὲ τρέφει πολλαπλασίους
|
όταν όμως εξορύσσεται (αξιοποιείται για εξόρυξη), τρέφει πολύ περισσότερους,
|
|
ἢ εἰ ἔφερε σῖτον.
|
παρά αν παρήγαγε σιτάρι / από όσους θα έτρεφε, αν καλλιεργούνταν.
|
|
Καὶ μὴν ἐστι ὑπάργυρος.
|
Και πράγματι διαθέτει κοιτάσματα αργύρου / Και πράγματι στο υπέδαφός της υπάρχει άργυρος.
|