Ζηνόφαντος:

Σὺ δέ, ὦ Καλλιδημίδη, πῶς ἀπέθανες;

 

 

 

Και σύ, Καλλιδημίδη, πώς πέθανες;

 

Ἐγὼ μὲν γὰρ ὢν παράσιτος Δεινίου

 

Γιατί εγώ, όντας παράσιτος του Δεινία,

 

ἀπεπνίγην ἐμφαγών πλέον τοῦ ἱκανοῦ.

 

 

πνίγηκα από το φαΐ, επειδή έφαγα περισσότερο από όσο έπρεπε.

 

 

 

Καλλιδημίδης:

Τὸ δὲ ἐμὸν ἐγένετο τι παράδοξόν.

 

 

 

Και το δικό μου έγινε κάπως παράδοξο.

(Και η δική μου περίπτωση όμως υπήρξε κάπως περίεργη)

 

Οἶσθα γὰρ καὶ σὺ που Πτοιόδωρον τὸν γέροντα;

 

 

 

Γιατί γνωρίζεις και εσύ ίσως (κάπου) (τον) Πτοιόδωρο τον γέροντα;

 

 

 

Ζηνόφαντος:

Τὸν ἄτεκνον, τὸν πλούσιον;

 

 

 

 

Τον άτεκνο, τον πλούσιο;

 

 

 

Καλλιδημίδης:

Ἐκεῖνον αὐτὸν ἀεὶ ἐθεράπευον

ὑπισχνούμενον τεθνήξεσθαι ἐπ' ἐμοὶ.

 

 

 

 

Εκείνον τον ίδιο συνεχώς εγώ τον φρόντιζα,

επειδή υποσχόταν ότι θα πεθάνει και το όφελος θα ’ρθει σε μένα. (Μετά το θάνατό του θα τον κληρονομούσα.)

 

Ἐπεί δὲ ὁ γέρων ἔζη ὑπὲρ τὸν Τιθωνὸν,

 

Επειδή, όμως, ο γέρος ζούσε πιο πολύ κι από τον Τιθωνό,

 

ἐξηῦρόν τινα ἐπίτομον ὁδὸν ἐπὶ τὸν κλῆρον

 

 

βρήκα  ένα σύντομο δρόμο για την κληρονομιά.

 

 

 

πριάμενος γὰρ φάρμακον ἀνέπεισα

τὸν οἰνοχόον,

 

 

Αφού αγόρασα, δηλαδή, δηλητήριο έπεισα, αν και αρχικά δεν το ήθελε, τον οινοχόο,

 

ἐπειδάν τάχιστα ὁ Πτοιόδωρος αἰτήσῃ

πιεῖν,

 

αμέσως μόλις ο Πτοιόδωρος ζητήσει να πιει,

 

 

ἐμβαλόντα εἰς κύλικα ἔχειν ἕτοιμον αὐτὸ

 

 

αφού (το) βάλει μέσα σε ποτήρι του κρασιού να το έχει

έτοιμο

 

καὶ ἐπιδοῦναι αὐτῷ

 

 

και να του το δώσει.

 

 

εἰ δὲ τοῦτο ποιήσει,

 

Κι αν το κάνει,

 

ἐπωμοσάμην ἀφήσειν αὐτόν ἐλεύθερον.

 

ορκίστηκα ότι θα τον αφήσω ελεύθερο.

 

 

Ζηνόφαντος:

Τί ἐγένετο οὖν;

 

 

 

Τί έγινε λοιπόν;

 

ἔοικας γὰρ ἐρεῖν τι πάνυ παράδοξον.

 

Γιατί φαίνεται ότι θα πεις κάτι πολύ παράδοξο.

 

 

Καλλιδημίδης:

Ἐπεί τοίνυν ἤκομεν λουσάμενοι,

 

 

 

Αφού, λοιπόν, ήρθαμε (στο σπίτι) αφού κάναμε το λουτρό μας,

 

ὁ μειρακίσκος δὴ ἔχων ἑτοίμους δύο

κύλικας

το παλλικαράκι βέβαια έχοντας έτοιμα δύο κρασοπότηρα,

 

 

οὐκ οἶδ' ὅπως ἔδωκεν ἐμοὶ μὲν τὸ φάρμακον,

 

 

δεν ξέρω πώς, έδωσε σε μένα το δηλητήριο

 

 

Πτοιοδώρῳ δὲ τό ἀφάρμακτον

 

 

και στον Πτοιόδωρο αυτό που δεν περιείχε δηλητήριο.

 

 

εἶτα ὁ μὲν ἔπινεν,

 

 

Έπειτα αυτός μεν έπινε,

 

ἐγὼ δὲ αὐτίκα μάλα ἐκείμην ἐκτάδην νεκρός

 

εγώ όμως την ίδια στιγμή κειτόμουν ξαπλωμένος νεκρός,

 

ὑποβολιμαῖος ἀντ' ἐκείνου.

 

παίρνοντας τη θέση αντί για εκείνον.

 

 

Τί τοῦτο γελᾷς, ὦ Ζηνόφαντε;

 

 

Τι το γελάς, Ζηνόφαντε;

 

 

Καὶ μὴν οὐκ ἔδει ἐπιγελᾶν ἀνδρὶ γε

ἐταίρῳ.

 

Κι όμως, δε θα έπρεπε να γελάς κοροϊδευτικά εις βάρος ενός συντρόφου.