Ὁρῶν, ὦ Νικόκλεις, τιμῶντά σε τὸν τάφον τοῦ πατρὸς

 

 

Νικοκλή, επειδή σε βλέπω να τιμάς την ταφή του πατέρα σου

 

 

οὐ μόνον τῷ πλήθει καὶ τῷ κάλλει τῶν ἐπιφερομένων,

 

όχι μόνον με το πλήθος και με τη λαμπρότητα (με το κάλλος) των προσφορών σου,

 

ἀλλὰ καὶ χοροῖς καὶ μουσικῇ καὶ γυμνικοῖς ἀγῶσιν,

 

αλλά και με χορούς και μουσική και αθλητικούς αγώνες,

 

ἡγησάμην Εὐαγόραν,

 

θεώρησα ότι ο Ευαγόρας,

 

εἴ τίς ἐστιν αἴσθησις τοῖς τετελευτηκόσιν περὶ τῶν ἐνθάδε γιγνομένων,

 

αν υπάρχει κάποια αίσθηση στους πεθαμένους / αν νοιώθουν κάτι οι νεκροί για αυτά που γίνονται εδώ,

 

χαίρειν ὁρῶντα τὴν τε περὶ αὑτὸν ἐπιμέλειαν

 

 

χαίρεται επειδή βλέπει την φροντίδα για αυτόν

 

 

 

καὶ τὴν σὴν μεγαλοπρέπειαν.

 

 

 

 

και τη δική σου μεγαλοπρέπεια / τη μεγαλοπρέπεια των τιμών σου για αυτόν.

 

 

 

 

Πολὺ δ’ ἂν ἔτι πλείω χάριν ἔχοι,

 

 

 

Και πολύ περισσότερη ευγνωμοσύνη θα όφειλε ακόμη,

 

εἴ τις δυνηθείη ἀξίως εἰπεῖν περὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν κινδύνων αὐτοῦ∙

 

εάν κάποιος μπορούσε να μιλήσει αντάξια για τις αρχές του και για τις ριψοκίνδυνες πράξεις του.

 

 

εὑρήσομεν γὰρ τοὺς φιλοτίμους καὶ μεγαλοψύχους τῶν ἀνδρῶν ποιοῦντας πάντα

 

 

Γιατί θα βρούμε (θα διαπιστώσουμε) τους φιλόδοξους

και γενναίους από τους άνδρες να κάνουν τα πάντα

(φροντίζοντας)

 

ὅπως καταλείψουσιν ἀθάνατον μνήμην τὴν περὶ αὑτῶν.

 

 

 

πώς θα αφήσουν πίσω τους αθάνατη τη μνήμη για τους εαυτούς τους.

 

 

 

Τὶς δ' οὐκ ἂν ἀθυμήσειεν,

 

 

 

 

Και ποιος δεν θα στενοχωρεθεί

 

ὅταν ὁρᾷ μὲν ὑμνουμένους τοὺς γενομένους περὶ τὰ Τρωϊκὰ,

 

όταν βλέπει να υμνούνται αυτοί που έζησαν τον καιρό των Τρωϊκών πολέμων,

 

προειδῇ δὲ αὑτὸν μηδέποτε ἀξιωθησόμενον τοιούτων ἐπαίνων,

 

όμως γνωρίζει καλά εκ των προτέρων για τον εαυτό του ότι ουδέποτε δεν θα κριθεί άξιος για τέτοιους επαίνους,

 

 

μηδ' ἂν ὑπερβάλλῃ τάς ἐκείνων ἀρετάς;

 

 

ούτε κι αν ξεπεράσει τις αρετές εκείνων;

 

 

 

Τούτων δ' αἴτιος ὁ φθόνος∙

 

 

 

Και αυτών των πραγμάτων αίτιος είναι ο φθόνος.

 

 

οὕτω γὰρ τινες δυσκόλως πεφύκασιν,

 

 

Γιατί μερικοί είναι από τη φύση τους τόσο μικρόψυχοι (δύσκολοι),

 

 

ὥσθ' ἥδιον ἂν εὐλογουμένων ἀκούοιεν

οὕς οὐκ ἴσασιν

εἰ γεγόνασιν,

 

 

ώστε πιο ευχάριστα θα άκουγαν να επαινούνται,

αυτοί για τους οποίους δεν γνωρίζουν (καν),

αν έχουν υπάρξει,

 

ἢ τούτων ὑφ' ὧν αὐτοὶ τυγχάνουσιν εὖ πεπονθότες.

 

παρά (να επαινούνται) αυτοί, από τους οποίους οι ίδιοι συμβαίνει (τυχαίνει) να έχουν ευεργετηθεί.